Η κυρα-Μ. μάς μάζεψε πάλι όλους μαζί, τούτη την φορά για τα 40 της. Μετά το μνημόσυνο, ήπιαμε τον καθιερωμένο καφέ στην παράπλευρη αίθουσα. Γραφείο τελετών δεν υπάρχει. Γυναίκες του χωριού ετοιμάζουν τα πάντα εθελοντικά και διακονούν. Όλα κυλούν απλά και κατά ένα περίεργο τρόπο άψογα.

Ήλθε η ώρα να σηκωθούμε. Βγαίνοντας πέφτω πάνω στην Τασία. Πάντοτε πρόσχαρη και διαχυτική, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεμείνεις από ευχάριστη συζήτηση μαζί της. Η Τασία πήρε σύνταξη πριν κανα-δυό μήνες και αποφάσισε να επιστρέψει μόνιμα στο χωριό. Δεν χάνω ευκαιρία να την πειράξω.

– Εσείς οι πρωτευουσιάνες δεν πλένετε φλυτζάνια;

– Άσ΄τα, μου λέει, έχεις δίκιο. Αλλά νά, έχω ξεμάθει τόσα χρόνια στην Αθήνα και δεν αντέχω τα κουτσομπολιά. Άκου τι γίνεται μες στην κουζίνα.

– Εντάξει, και συ έχεις δίκιο. Όμως αυτή η διακονία των παλαιών γυναικών του χωριού είναι μοναδική και συγκινητική. Και για τις ίδιες τόσο αυτονόητη!

Παραδόξως η Τασία ενθουσιάστηκε.

– Κι αυτό δεν είναι τίποτα! συμπληρώνει. Έζησα 30 χρόνια στην Αθήνα και γι αυτό τώρα με ενοχλεί που βγαίνω από το σπίτι και όλες με κοιτούν τι φοράω, πού θα πάω, τι θα πω. Όταν όμως αρρώστησα βαριά, αυτές μόνον έτρεξαν να με περιποιηθούν και να κάνουν το ΠΑΝ για μένα.

Έμεινε λίγο σκεπτική και συνέχισε αποφθεγματικά.

– Ξέρεις τι έχω καταλάβει; Λόγω των συνθηκών και της μη επαρκούς παιδείας, η αγάπη και το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο είναι που τελικά παίρνουν την μορφή κουτσομπολιού. Το κουτσομπολιό του χωριού, αν δεν οφείλεται σε κάποια διαμάχη, είναι μόνο μια μετάλλαξη της αγάπης.